Εθνικοσοσιαλισμός και Ελληνισμός

Η αναζήτηση του ελληνισμού αποτέλεσε συστατικό στοιχείο της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας. Η ιδεολογία αυτή, όπως και η φασιστική, άσκησαν στις δεκαετίες του μεσοπολέμου μια μεγάλη επιρροή πάνω σε ευρέα στρώματα αστών, μικροαστών και αγροτών, διανοουμένων και νέων. Σήμερα, μισό αιώνα έπειτα από τη συντριβή των ιδεολογιών και των συστημάτων που δημιούργησαν, μας είναι δύσκολο να ανατηρήσουμε πώς ένα τέτοιο ρεύμα μίσους, προκαταλήψεων, ρατσισμού, ρομαντισμού και βίας μπόρεσε τότε να σαγηνεύσει τόσο κόσμο. Ασφαλώς έπειτα από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο η κατάσταση ήταν στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στο κεντρικό, στο ανατολικό τμήμα της, ιδιαίτερα κρίσιμη· είχαν συσσωρευθεί πολλά τέτοια στοιχεία που έκαναν την εμφάνιση του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού πιθανή. Ωστόσο αυτός επικράτησε αφού πρώτα διέφθειρε και υπενίκησε τις αντίρροπες δυνάμεις, εκείνες τις δυνάμεις που μέχρι σήμερα αποτελούν τη γνήσια ευρωπαϊκή κληρονομιά: τις Αρχές της Ατομικότητας, της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, της Καθολικότητας των ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Κράτους Δικαίου.

Αυτές οι έννοιες αναπτύχθηκαν όλες στη Δυτική Ευρώπη από το 12ο αιώνα και έπειτα, και θα ήταν λάθος να τις είχε διεκδικήσει σαν δικήν ελληνική αρχαιότητα. Η Ελλάδα και η Ρώμη βέβαια αναδείχθηκαν για πρώτη φορά την έννοια της Δημοκρατίας, ωστόσο η έννοια της καθολικότητας των ατομικών Δικαιωμάτων και της ελευθερίας δεν υπήρχε. Έτσι, η δουλεία δεν αποτελούσε απλά έναν «εξωτερικό» παράγοντα για την αρχαία δημοκρατία, αλλά ήταν ουσιωδώς ένα βασικό «εσωτερικό» συστατικό της στοιχείο, κάτι που απέδιδε εν δυνάμει τον καθένα. Σε σχέση μ’ αυτό πρέπει να τονισθεί (πράγμα που κάνει ο Hegel στη «Φιλοσοφία της Ιστορίας») ότι ο αρχαίος Έλληνας «πήρε» πρώτα ως ελεύθερος πολίτης και κατόπιν ως άτομο, αλλά η ιδιότητα του πολίτη μπορούσε εύκολα να χαθεί αν η πόλη γινόταν αντικείμενο κατάκτησης από μέρος μιας άλλης πόλης. Αυτό είχε ως συνέπεια, ο κάθε πολίτης να «οφείλει» την ανθρώπινη ύπαρξή του στο συλλογικό σώμα που ονομαζόταν πόλη, δηλ. ήταν ένα είδος «οργανικής» τμήμα της χωρίς αυτονομία, με όλες τις υποχρεώσεις και τα βάρη που αυτό συνεπαγόταν.

Στη νέα εποχή, αντίθετα, το άτομο μέσω της έννοιας του φυσικού Δικαίου, πρώτα ορίζεται ως «άτομο», έχοντας αναπαλλοτρίωτα Δικαιώματα, και έπειτα ορίζεται ως πολίτης. Αυτή η αρχή, επαναστατική σ’ σχέση με την ελληνική αρχαιότητα, είναι αποτέλεσμα της επιρροής του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού, αλλά εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση: μόνο του δυτικού χριστιανισμού. Όμως οι δυνάμεις της παλινδρόμησης προς τα πίσω βρίκαν πάντα στην αρχαιότητα εκείνα τα οπισθοδρομικά, αρχαϊκά στοιχεία (τα οποία ενάργως μένει καθαρότερα η Σπάρτη), που τους επέτρεπαν ν’ αποδικαιωθούν ιδεολογικά. Βέβαια, αριστερόστροφες οι σοσιαλιστές βλέπαν στην αρχαιότητα τα αντίθετα στοιχεία (της Δημοκρατίας και της Res Publica) τα οποία και ιδιοποιήθηκαν νοηματικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Γαλλική Επανάσταση, έξηρε τον πολιτειακό ρόλο της Σπάρτης και της Ρώμης, ενώ ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι εξυμνούσαν τις ίδιες πολιτειακές αξίες χώρες. Η σημερινή ιστορική πίστη έχει ξεπεράσει τις ιδεολογικές μονομέρειες και έχει εντοπίσει τον αντίκτυπο και σύνθετο χαρακτήρα των αρχαίων πόλεων. Από τη άλλη, η πιο βασική της ιδεολογικής ερμηνείας αυτών των μοντέλων βρίσκεται στη δομή του Ασυνείδητου των ανθρώπων. Κάθε άνθρωπος, δεν μπορεί να δεχθεί εύκολα το είδεν είναι «παντοδύναμος», «παντογνώστης», «τέλειος» και «ανώτερος», τόσο ατομικά όσο και συλλογικά. Η υπερνίκηση του ατομικού και συλλογικού ναρκισσισμού, ο ενσυνειδητός, καθώς και το ξεπέρασμα της ατομικής του άλλου και της διαφορετικότητας, αποτελεί πάντα το πιο δύσκολο πρόβλημα για τους ανθρώπους. Είναι λάθος να «εξήγουμε» το ρατσισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και μόνο, γιατί σε πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι κάτω από τέτοιες, είναι σε θέση να δράσουν (όχι ν’ αντιδράσουν) ορθολογικά, εντοπίζοντας τα πραγματικά αίτια των ιστορικών αντιδράσεων και ανάγοντας τα σε φαντασιωτές εχθρούς (σε «κοινές δυνάμεις»). Αλλά υπάρχουν πάντα και εκείνοι που «κοινούν» μέσα φανταστικών προβολών και ταυτίσεων, θα αυτοταχτούν η κοινοτάρα και ο Διαφασμός, βγαίνει δηλ. στην επιφάνεια το επιθετικό και καταστροφικό στοιχείο του διαφορά το ίδιο το βίαιο και αρχαϊκό χαρακτήρα του. Ο ελληνισμός και ο αντισημιτισμός ήταν στον εθνικοσοσιαλισμό (όπως και στους σημερινούς φασιστές σε όλη την Ευρώπη) δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: από τη μια η ηθική, φιλιστική αναζήτηση, η σύγκλιση της ελληνικής και της Διαφασής (της διαφορετικότητας των ατόμων, των τάξεων και των πολιτισμών), και από την άλλη η σύγχρονη αντιπαράθεση μ’ έναν αιώνιο, δαιμονικό εχθρό, μια απ’ τα «Εβραίος». Σήμερα, μια αιώνα μετά, έχουμε πάλι ορισμένα ανησυχητικά σημεία στην Ανατολική Ευρώπη, μέσα από την έξαρση του θρησκευτικού και του εθνικού φανατισμού και του αντισημιτισμού. Από την άλλη, σ’ όλο το δεύτερο μισό του αιώνα, οι αναταράξεις συγκρούσεις για τους εθνικούς δρόμους των φανατικών και των βιομηχανικών και δημογραφικές χώρες της Δύσης το πρόβλημα των κοινωνικών μειονοτήτων επανήλθε ξανά: το πρόβλημα αυτό αποτελεί και μια ρατσιστική, θρησκευτική διάσταση, ενώ υπάρχει πάντα και ένας «αριστερός» αντισημιτισμός, λιγότερο ή περισσότερο λανθάνων. Έτσι, ο προβληματισμός αυτός είναι πρακτικά θεωρητικά επίκαιρος. Μέσα από αυτή την προοπτική το παρόν βιβλίο του Isaiah Berlin αποτελεί μια σημαντική προσφορά στον ελληνικό χώρο και ευχόμαστε να έχει ένα πλατύ κοινό.













Συγγραφέας: Ιωάννης Λουκάς 
Εκδοτικός οίκος: Γρηγόρης
Έτος Έκδοσης: 1991
Κατηγορίες: Εθνικός Σοσιαλισμός, Αρχαία Ελλάδα





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εκφράσου κόσμια.

Το ενημερωτικό δελτίο αποστέλλεται κάθε Παρασκευή. Αν δεν το λάβετε, ελέγξτε τον φάκελο "Ανεπιθύμητα".

Βρείτε μας

Επικοινωνία

Για επικοινωνία, χρησιμοποίησε την αντίστοιχη φόρμα εδώ Ευχαριστούμε!

Copyright